«Βρισκόμαστε στην τελική ευθεία εξόδου από τα μνημόνια και την επιτροπεία»

«Βρισκόμαστε στην τελική ευθεία εξόδου από τα μνημόνια και την επιτροπεία»

PDF | DOCX | Συνέντευξη της Υπουργού Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Όλγας Γεροβασίλη, στη δημοσιογράφο Αγγελική Λάζου για το ΑΠΕ-ΜΠΕ 

Κυρία Υπουργέ, υπήρξε συμφωνία σε τεχνικό επίπεδο με τους θεσμούς για την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων και την κινητικότητα. Ωστόσο, πώς θα προχωρήσει η διαδικασία, όταν η ΑΔΕΔΥ, στέκεται απέναντι στην υλοποίηση της μεταρρύθμισης;

Όλγα Γεροβασίλη: Οι μεταρρυθμίσεις που υλοποιούμε έχουν τη συντριπτική στήριξη των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς και αυτοί αναγνωρίζουν την επιτακτική ανάγκη να αλλάξει το μοντέλο της Δημόσιας Διοίκησης, προκειμένου να καταστεί αποτελεσματική, διαφανής και αξιοκρατική. Με απώτερο σκοπό να συμβάλλει ουσιαστικά στην ευρύτερη διαδικασία παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας.

Το ενιαίο σύστημα κινητικότητας, με το οποίο εξορθολογίζεται το καθεστώς μετακινήσεων των δημοσίων υπαλλήλων, είναι πλέον πραγματικότητα. Η ηλεκτρονική πλατφόρμα της κινητικότητας λειτουργεί και συνεχώς προστίθενται νέοι φορείς σε αυτήν. Η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων για το 2016 έχει ολοκληρωθεί με επιτυχία και αυτή τη στιγμή ετοιμάζουμε το ηλεκτρονικό σύστημα για την αξιολόγηση του έτους 2017.

Αυτές και άλλες είναι μεταρρυθμίσεις ουσίας, που υλοποιούνται σε ορίζοντα τριετίας, όπως ορίζεται στην «Εθνική Στρατηγική για τη Διοικητική Μεταρρύθμιση 2017-2019». Και είναι μεταρρυθμίσεις που βάζουν τις βάσεις για τη ριζική αλλαγή του τροπου λειτουργίας του κράτους προς όφελος των πολιτών και των δημόσιων λειτουργών, πάντα με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον.

Όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς, κλείνουν με θετικό τρόπο. Μας κάνει δε εντύπωση που βλέπουμε δημοσιεύματα από δήθεν αξιόπιστες πηγές περί του αντιθέτου, όσον αφορά τον κανόνα προσλήψεων-αποχωρήσεων στο Δημόσιο. Καμία αρνητική εξέλιξη δεν υπάρχει ούτε στον αριθμό προσλήψεων μονίμων υπαλλήλων ούτε σε σχέση με τον αριθμό των συμβασιούχων.

Αναφορικά τώρα με την αξιολόγηση στον δημόσιο τομέα, θέλω κατ' αρχάς να επαναλάβω ότι εμείς εννοούμε αξιολόγηση δομών και υπαλλήλων. Εννοούμε μια αξιοκρατική και διαφανή διαδικασία, όπου οι προϊστάμενοι αξιολογούν τους υφιστάμενούς τους αλλά και το αντίστροφο, μιλάμε για την ανάπτυξη των διοικητικών ικανοτήτων, αλλά και για βελτίωση της σχέσης των δημόσιων λειτουργών με τους εξυπηρετούμενους πολίτες. Και, βεβαίως, μιλάμε για αξιολόγηση και στοχοθεσία σε κάθε διοικητική βαθμίδα του κράτους. Γιατί, δεν θέλουμε απλώς να εκσυγχρονίσουμε το κράτος, αλλά να αλλάξουμε τη διοικητική κουλτούρα σ’ αυτό.

Γνωρίζετε πολύ καλά πως όλα τα παραπάνω αποτελούν διαχρονικό αίτημα της κοινωνίας. Με δεδομένη την αποφασιστικότητα και την πολιτική μας βούληση να μετατρέψουμε αυτό το συλλογικό αίτημα σε κοινωνική πραγματικότητα, δεν βλέπω πώς μπορεί να μπει κανείς εμπόδιο. Δεν μπορεί. Κι αυτό φάνηκε και στη διαδικασία της αξιολόγησης, που παρά τις αντιδράσεις διάφορων συνδικαλιστικών ηγεσιών ολοκληρώθηκε, διαψεύδοντας τους οποίους δισταγμούς, δικαιολογημένους ή μη.

Βρισκόμαστε, πλέον, στην τελική ευθεία για την απαλλαγή της χώρας από τα μνημόνια και την επιτροπεία. Και έχουμε ήδη εισέλθει σε μια πορεία ανάκαμψης που μας επιτρέπει να σχεδιάσουμε την επόμενη μέρα. Ας αποφασίσει, λοιπόν, η ΑΔΕΔΥ αν θέλει να γίνει μέρος της προσπάθειας αναβάθμισης του Δημοσίου και της συνολικής ανάκαμψης της πατρίδας μας ή αν θέλει να παραμένει εγκλωβισμένη στα μικροκομματικά συμφέροντα που μας οδήγησαν στη μνημονιακή περιπέτεια.

 

Η φονική πλημμύρα στη Δυτική Αττική πέραν της άναρχης δόμησης κατέδειξε ένα δημόσιο σύστημα λειτουργίας το οποίο σε επίπεδο μηχανισμών και αγκυλώσεων δεν επιτρέπει τελικά σε καμία κυβέρνηση να προχωρήσει σε αλλαγές υπέρ των πολλών. Αν και υπάρχει η πολιτική βούληση από την πλευρά σας, κάτι τέτοιο μέχρι στιγμής δεν έχει επιτευχθεί. Ποσό αποφασισμένοι είστε να προχωρήσετε σε οτιδήποτε χρειαστεί ώστε να μην ξαναζήσουμε ανάλογες τραγωδίες;

Όλγα Γεροβασίλη: Η πρόσφατη τραγωδία της Μάνδρας αποκάλυψε τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε ο δήθεν εκσυγχρονισμός στα λεγόμενα χρόνια της ευημερίας. Όχι μόνο στη Μάνδρα αλλά και σε άλλες περιοχές της χώρας, ολόκληροι οικισμοί χτίστηκαν πάνω σε ρέματα, παρακάμφθηκαν σκανδαλωδώς περιβαλλοντικοί όροι της νομοθεσίας, πριμοδοτήθηκαν κάθε λογής τοπικά και κομματικά συμφέροντα και επιβλήθηκε εν τέλει μια κουλτούρα ανομίας –με την ανοχή δήμων και τοπικών παραγόντων– που κατέστησε τον αναπτυξιακό σχεδιασμό έρμαιο των πελατειακών σχέσεων. Η κλιματική αλλαγή ήρθε να προστεθεί στο πολλαπλό έγκλημα, που τα αντιπολιτευόμενα ΜΜΕ προσπάθησαν σε ένα κρεσέντο συκοφαντίας και παραπληροφόρησης να αποδώσουν στην κυβέρνηση και την Περιφερειάρχη Αττικής.

Η κυβέρνηση στάθηκε από την πρώτη στιγμή αρωγός των υπεράνθρωπων προσπαθειών της πυροσβεστικής, των εθελοντών, των δημοτικών υπηρεσιών, της Περιφέρειας. Η Περιφερειάρχης Ρένα Δούρου έκανε έναν πλήρη απολογισμό των προγραμματισμένων και έκτακτων δράσεων για την αντιπλημμυρική προστασία της Αττικής και έδωσε όλες τις εξηγήσεις για τον σχεδιασμό που επιτελείται τα τελευταία χρόνια. Ο πρωθυπουργός δεσμεύτηκε για την άμεση αποκατάσταση των περιουσιών και μπαίνουν σε προτεραιότητα όλες οι συνέργειες που απαιτούνται από την πλευρά της κεντρικής διοίκησης για λύσεις στο πεδίο.

Από την άλλη πλευρά, είδαμε τα κροκοδείλια δάκρυα της αντιπολίτευσης και επικοινωνιακές εμφανίσεις των στελεχών της στον τόπο της καταστροφής. Δεν ακούσαμε ούτε μία λέξη για το πώς χτίστηκαν τα αυθαίρετα, πώς καταπατήθηκαν αγροτοδασικές εκτάσεις και πώς θα δοθούν λύσεις που θα βάλουν τέλος σ’ αυτό το καθεστώς. Και σας θυμίζω εδώ –έχει σημασία– πώς αντιδρά κάθε φορά η αντιπολίτευση όταν τίθενται ζητήματα περιβαλλοντικής προστασίας που προσκρούουν σε επενδυτές με λογική αποικιοκράτη.

Η μοναδική πρόταση της αντιπολίτευσης είναι να ανατρέψουμε μέσα σε μια τετραετία τις παρανομίες που εκείνοι επέτρεψαν όταν είχαν την εξουσία επί τέσσερις δεκαετίες. Η αποφασιστικότητά μας είναι δεδομένη και οι απαντήσεις θα δοθούν στο πεδίο, εκεί που έχει ανάγκη ο κόσμος και όχι τα κομματικά επιτελεία, που τη μια μέρα φωνάζουν για την οικολογική καταστροφή και την άλλη για την ανάπτυξη. Αυτά έφεραν την τραγωδία και αυτά παλεύουμε να αλλάξουμε.

 

Υπάρχει και ένα εξίσου σημαντικό θέμα εκείνο της τιμωρίας των υπευθύνων. Πολλές φορές στο παρελθόν αυτή η διακλάδωση ευθυνών είχε ως αποτέλεσμα να μην τιμωρείται κανείς. Υπάρχει πολιτική βούληση να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι οποίοι και αν είναι;

Όλγα Γεροβασίλη: Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει αποδείξει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι επί των ημερών της καμία υπόθεση σκανδάλων, κακοδιοίκησης, διαφθοράς και διαπλοκής δεν μένει ούτε πρόκειται να μείνει στο σκοτάδι και πως η Δικαιοσύνη έχει τον πρώτο λόγο. Και ποτέ δεν προσπάθησε αυτή η κυβέρνηση, όπως οι προκάτοχοί της, να δημιουργήσει καθεστώς συλλογικής ευθύνης για λάθη και παραλείψεις του κράτους. Όπου υπάρχουν πολιτικές και ποινικές ευθύνες θα αποδοθούν.

 

Οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί ξεκίνησαν και θα ήθελα να σας ρωτήσω τι προτίθεστε να κάνετε στην περίπτωση που η συμφωνία κυρίων σταματήσει να ισχύει ώστε να μην κινδυνεύσει η λαϊκή περιουσία;

Όλγα Γεροβασίλη: Νομίζω ότι εδώ βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα ρεσιτάλ παραπληροφόρησης, το οποίο αποβλέπει στην πολιτική εκμετάλλευση ενός τόσο κρίσιμου και ευαίσθητου θέματος. Για να είμαστε, λοιπόν, σαφείς: δεν έχει καμία σχέση ο πλειστηριασμός της πρώτης κατοικίας των λαϊκών τάξεων με τους πλειστηριασμούς ακινήτων των μεγαλοοφειλετών και των στρατηγικών κακοπληρωτών. Για την κυβέρνηση της Αριστεράς δεν τίθεται με κανένα τρόπο θέμα πλειστηριασμών της λαϊκής κατοικίας.

Θυμίζω ότι με τις νομοθετικές παρεμβάσεις Κατσέλη-Σταθάκη προστατεύεται η κατοικία, όσων υπερχρεωμένων νοικοκυριών έχουν ενταχθεί σε αυτόν. Και η αξία της πρώτης κατοικίας, η οποία προστατεύεται, ξεκινά από τα 180.000 ευρώ για έναν άγαμο οφειλέτη και φτάνει μέχρι τα 280.000 ευρώ σε περίπτωση που έχουμε οικογένεια με τρία παιδιά. Ας μην ξεχνάμε ότι αυτά τα πετύχαμε μετά από σκληρή διαπραγμάτευση με τους θεσμούς. Όπως πετύχαμε τη δημιουργία ενός εξαιρετικά συγκεκριμένου, θεσμικού πλαισίου για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό, μέσω του οποίου μπορούν να ρυθμιστούν χρέη επιχειρήσεων, τα οποία υπερβαίνουν τα 20.000 ευρώ.

 

Η οικονομία ανακάμπτει το τέλος του προγράμματος και της επιτροπείας φαίνεται πως είναι κοντά. Ωστόσο, ποσό σύντομα θα αποτυπωθούν τα θετικα αποτελέσματα στην καθημερινότητα των πολιτών;

Όλγα Γεροβασίλη: H κυβέρνησή μας πήρε τη λαϊκή εντολή και ανέλαβε την ευθύνη να βγάλει τη χώρα από τα μνημόνια, στηρίζοντας τα κοινωνικά στρώματα που σήκωσαν το μεγαλύτερο βάρος όλα αυτά τα χρόνια.

Πράξαμε αντίθετα με τους προκατόχους μας, οι οποίοι φόρτωσαν τη χρεοκοπία της χώρας στους ασθενέστερους. Παρά την καταστροφολογία, με την οποία η αντιπολίτευση προσπάθησε να εξιλεωθεί, καταφέραμε και να φέρουμε εις πέρας τις υποχρεώσεις που αναλάβαμε απέναντι στους πιστωτές και να δημιουργήσουμε δημοσιονομικό χώρο για τη στήριξη των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.

Περάσαμε όλες τις δυσκολίες της προσαρμογής και, ταυτόχρονα, αλλάξαμε προς το καλύτερο κρίσιμους δείκτες, εξαντλώντας κάθε δυνατότητα που κερδίσαμε στις σκληρές διαπραγματεύσεις μας με τους θεσμούς. Μεταξύ άλλων, βάλαμε στόχο την αποκατάσταση των εργασιακών σχέσεων και τη στήριξη της εργασίας και ήδη σήμερα έχουμε μείωση των ποσοστών ανεργίας. Σχεδιάσαμε τη διανομή κοινωνικού μερίσματος πάνω σε στέρεες βάσεις και φέτος αυτό θα ωφελήσει σχεδόν 4 εκατομμύρια συμπολίτες μας, περιλαμβάνοντας ευρύτερες κοινωνικές ομάδες.

Αυτά είναι σημαντικά, αλλά βεβαίως δεν είναι αρκετά. Έχουμε ακόμη δρόμο να διανύσουμε. Οι πληγές δεν επουλώνονται από τη μία μέρα στην άλλη. Αλλά, η χώρα ανακάμπτει σταθερά. Η οριστική έξοδος από αυτήν την περιπέτεια είναι ορατή.

Οι έλληνες πολίτες καταλαβαίνουν ότι η προσπάθειά μας είναι σοβαρή. Καταλαβαίνουν ότι το σχέδιο που εφαρμόζουμε στοχεύει στην αποκατάσταση των αδικιών του παρελθόντος και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Και αυτό αποτυπώνεται στην καθημερινότητά τους ολοένα και περισσότερο, στους χώρους όπου μετρά η πολιτική ουσία και όχι η ανούσια παραπολιτική.

 

Πως κρίνεται την αντιπολιτευτική στάση της ΝΔ αλλά και συνολικά τη στάση των κομμάτων και με αφορμή την πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή για τη διακρατική συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία;

Όλγα Γεροβασίλη: Έχουμε, πλέον, συνηθίσει τη συμπεριφορά της αξιωματικής αντιπολίτευσης ως Ιανού. Συνειδητά έχει επιλέξει στο εξωτερικό να φορά το προσωπείο της πολιτικής δύναμης που εναρμονίζεται με το ευρωπαϊκό πλαίσιο, την ώρα που εντός Ελλάδας αναλώνεται σε ακροδεξιές κορώνες και παιχνίδια εντυπώσεων.

Η περίπτωση της διακρατικής συμφωνίας με τη Σαουδική Αραβία είναι ένα ακόμη επεισόδιο πολιτικής υποκρισίας της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αν κρίνει κανείς από το γεγονός ότι οι ευρωβουλευτές της ΝΔ υπερψήφισαν το γενικό ψήφισμα για την Υεμένη, αλλά καταψήφισαν την παράγραφο για την επιβολή εμπάργκο όπλων στη Σαουδική Αραβία –συντασσόμενοι, μάλιστα, με ευρωσκεπτικιστές και λαϊκιστές.

Το πρόβλημα εδώ είναι ότι η αντιπολίτευση δείχνει να πρωτοστατεί σε προσπάθειες που στόχο έχουν την πολιτική αποσταθεροποίηση της χώρας, σε μια περίοδο κατά την οποία κορυφαίοι ευρωπαίοι αξιωματούχοι και διεθνείς παράγοντες τοποθετούνται θετικά για την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα και αυτό που όλοι αναμένουν, δηλαδή την έξοδο από την επιτροπεία. Οι σκευωρίες δεν εκθέτουν μόνο τους εμπνευστές τους αλλά και την ίδια τη χώρα.

 

Μέσα σε αυτό το κλίμα που έχει διαμορφωθεί βλέπετε να υπάρχει δυνατότητα συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ με το νέο φορέα της κεντροαριστεράς ;

Όλγα Γεροβασίλη: Εδώ και μήνες παρακολουθούμε μια συζήτηση για τη συγκρότηση νέου φορέα της Κεντροαριστεράς, η οποία οδήγησε πρόσφατα και στην εκλογή επικεφαλής του.

Ωστόσο, τόσους μήνες μετά δεν έχει αποσαφηνιστεί ούτε το ιδεολογικό πρόσημο, ούτε το πολιτικό στίγμα, ούτε οι προγραμματικές του θέσεις σε κρίσιμα ζητήματα. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να πω ότι πρόκειται για ένα κόμμα υπό κατασκευή. Και σε σειρά πολιτικών ζητημάτων που έχουν ανακύψει το τελευταίο διάστημα, η απόσταση που χωρίζει τα πολιτικά στελέχη του νέου φορέα με αυτά της Νέας Δημοκρατίας είναι μηδενική.

Την ίδια στιγμή στην Ευρώπη, η Σοσιαλδημοκρατία καταβάλλει προσπάθειες να απογαλακτιστεί από νεοφιλελεύθερες, συντηρητικές απόψεις, που την καθήλωσαν σε ποσοστά, αλλά και στη συνείδηση των ευρωπαίων πολιτών.

Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι κάθε συζήτηση περί συνεργασίας είναι ανώριμη σε αυτή τη φάση. Έχει, ωστόσο ένα ενδιαφέρον να δούμε αν και εφόσον ο νέος φορέας ακολουθήσει το παράδειγμα της Ευρώπης, αν δηλαδή αντιλαμβάνεται τη νέα πραγματικότητα, όπως έχει διαμορφωθεί στις ευρωπαϊκές κοινωνίες.

Close