Συνέντευξη της Όλγας Γεροβασίλη στη «Νέα Σελίδα» και τον δημοσιογράφο Φοίβο Κλαυδιανό

Συνέντευξη της Όλγας Γεροβασίλη στη «Νέα Σελίδα» και τον δημοσιογράφο Φοίβο Κλαυδιανό

PDF | DOC | Όλγα Γεροβασίλη: «Όχημα μικροπολιτικής για τη ΝΔ η αξιολόγηση στο Δημόσιο»

Πώς εξηγείτε τις τόσο σκληρές αντιδράσεις για την αξιολόγηση στο Δημόσιο;

Όλγα Γεροβασίλη: Το ζήτημα της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων ήταν ένα εσωτερικό τεχνικό θέμα λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης, μέχρι που η μεταλλαγμένη πολιτικά νεοφιλελεύθερη ηγεσία της ΝΔ επέλεξε να αποκαλύψει τον ιδεολογικό της πυρήνα, καρατομώντας υπαλλήλους, αποψιλώνοντας δομές, ενεργοποιώντας τον κοινωνικό αυτοματισμό. Έτσι, η αξιολόγηση απέκτησε μια τεχνητή πολιτική διάσταση και μια στρεβλή σύνδεση της έννοιας «αξιολόγηση» με τις απολύσεις.

Και, δυστυχώς, σ' αυτή την πεπατημένη βαδίζει σήμερα κι η ηγεσία της ΑΔΕΔΥ, η οποία υποστηρίζει την αποχή από  την υποχρέωση αξιολόγησης, χωρίς επαρκή αιτιολόγηση για το ποια συμφέροντα των υπαλλήλων θίγονται απ' αυτήν. Και το κυριότερο, χωρίς καμιά απολύτως αντιπρόταση.

Η δική μας ευθύνη είναι να αποκαταστήσουμε στην κοινωνία την εικόνα εμπιστοσύνης απέναντι στο Δημόσιο και τους ανθρώπους του.

Προβλέπετε να υπάρξουν τριβές με τους θεσμούς στον τομέα σας κατά την τρίτη αξιολόγηση ή στα θέματα αυτά η κυβέρνηση έχει την ιδιοκτησία των μεταρρυθμίσεων;

Όλγα Γεροβασίλη: Για την Αριστερά και συνακόλουθα την κυβέρνησή μας, η ενδυνάμωση και η δημοκρατική λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης υπέρ του πολίτη και του δημοσίου συμφέροντος αποτελούν μια από τις καταστατικές της αρχές.

Η παρακαταθήκη των προκατόχων μου και του Υπουργείου Εσωτερικών εν γένει αποτέλεσε τη βάση για να μπορούμε σήμερα να σχεδιάζουμε την «Εθνική Στρατηγική για τη Διοικητική Μεταρρύθμιση 2017-2019».

Βρισκόμαστε σε αγαστή συνεργασία και με το Υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, προωθώντας πολιτικές ηλεκτρονικής διακυβέρνησης.

Επιχειρούμε, λοιπόν, εκείνες τις διαρθρωτικές αλλαγές που θα απαλλάξουν τη Δημόσια Διοίκηση από πελατειακές λογικές, φαινόμενα παρασιτισμού και κακοδιοίκησης. Για το λόγο αυτό, όπως και στη δεύτερη αξιολόγηση, εκτιμώ ότι και στην επικείμενη θα ανταποκριθούμε με επιτυχία.

Ποιες είναι οι εκτιμήσεις σας για την τρίτη αξιολόγηση ευρύτερα και για το θέμα  της παραμονής του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα;

Όλγα Γεροβασίλη: Προσωπικά, αντιλαμβάνομαι ότι η ΕΕ βρίσκεται απέναντι σε μια κρίσιμη καμπή, σε μια στιγμή που επαναπροσδιορίζονται με δυναμικό τρόπο οι ισορροπίες μεταξύ των εσωτερικών της δυνάμεων. Σε αυτή την περίοδο, που οι αστάθμητοι παράγοντες μοιάζουν περισσότεροι από τις βεβαιότητες στην Ευρώπη, είναι η ώρα να επικαιροποιηθεί η ταυτότητά της. Αυτό το μήνυμα κόμισε, εξάλλου, ο Πρόεδρος Μακρόν στην Αθήνα, αλλά έρχεται κι από ολοένα και περισσότερες κατευθύνσεις.

Όσον αφορά στην παραμονή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα, είναι μια συζήτηση που την παρακολουθούμε, όπως και τη στάση της ΕΚΤ και άλλων ευρωπαϊκών θεσμών. Νομίζω ότι είναι νωρίς να προεξοφλούμε τις εξελίξεις, σε μια πορεία που αφορά συνολικά το μέλλον της Ευρώπης και είναι απολύτως δυναμική.

Παρατηρούμε ότι σταδιακά τα νούμερα της οικονομίας βελτιώνονται. Μπορεί μια κυβέρνηση με κορμό την Αριστερά να συμβάλει σε αυτή την κατεύθυνση ή έχει δίκιο η ΝΔ που σας κατηγορεί για διπροσωπία έναντι των επενδύσεων, υπενθυμίζοντας ορισμένες που δεν προχωρούν, όπως το Ελληνικό και οι Σκουριές;

Όλγα Γεροβασίλη: Προφανώς και μπορεί μια κυβέρνηση της Αριστεράς και να προσδοκά και να προσελκύει επενδύσεις. Το ζητούμενο είναι οι επενδύσεις αυτές να πληρούν εκείνες τις προϋποθέσεις που θα στηρίζουν το παραγωγικό μοντέλο της χώρας, θα σέβονται τη συνεισφορά του ανθρώπινου δυναμικού, δεν θα θίγουν το φυσικό περιβάλλον και θα απέχουν από πρακτικές που οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία.

Οι επενδύσεις για τις επενδύσεις και χωρίς τις παραπάνω προδιαγραφές αποτελούν ένα ψευτοδίλημμα, που δεν οδήγησε στην πραγματικότητα ποτέ στην ανάπτυξη, παρά μόνο στη μεγέθυνση των οικονομικών μεγεθών.

Στον αντίποδα, από τη στιγμή που ολοκληρώθηκε η δεύτερη αξιολόγηση και μετά, έχει πλήρως εμπεδωθεί το φιλικό οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον στην Ελλάδα και αυτή είναι η δεσπόζουσα παράμετρος για την προσέλκυση πραγματικών και σημαντικών επενδύσεων.

Έχοντας περάσει από τη θέση της κυβερνητικής εκπροσώπου, ποια πιστεύετε ότι θα είναι η σφραγίδα αυτής τη ΔΕΘ στις μελλοντικές πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις;

Όλγα Γεροβασίλη: Η 82η ΔΕΘ –εκτιμώ– ότι είναι εκείνο το βήμα, από το οποίο ο Πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, θα περιγράψει την Ελλάδα της επόμενης ημέρας, μετά την επιτροπεία. Αυτός, ήταν, άλλωστε, ο στόχος από τις πρώτες ημέρες της διακυβέρνησής μας.

Παρόλο που για δύο χρόνια το σύνολο της αντιπολίτευσης τοποθετούσε το πολιτικό μας σχέδιο μεταξύ συντέλειας και ουτοπίας, σήμερα –μετά από δύο επιτυχείς αξιολογήσεις, αναβαθμίσεις από οίκους αξιολόγησης, δηλώσεις υποστήριξης της μεταρρυθμιστικής μας προσπάθειας, όπως αυτές του προέδρου Μακρόν– βλέπουμε πλέον τον ορίζοντα και η απόσταση για τη λήξη της μνημονιακής περιπέτειας και της χρεοκοπίας είναι μικρή.

Στην τελευταία συνέντευξή του στη «ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ» ο Πρωθυπουργός είχε καλέσει την κεντροαριστερά σε προσκλητήριο προοδευτικής διακυβέρνησης μετά τα μνημόνια. Στο πρόσφατο άρθρο του για τον Ανδρέα Παπανδρέου αναφέρθηκε με σκληρούς χαρακτηρισμούς στους κληρονόμους του. Τελικά, ποια είναι η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ για τον χώρο αυτό;

Όλγα Γεροβασίλη: Ο Αλέξης Τσίπρας απηύθυνε προσκλητήριο προς τις προοδευτικές δυνάμεις όντας ο ίδιος Πρωθυπουργός, σε μια «νεκρή» πολιτικά περίοδο. Αυτό και μόνο αποδεικνύει ότι το κάλεσμά του ήταν ανιδιοτελές, πραγματικό και ουσιώδες, σε μια περίοδο που η Σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη αναζητά εναγώνια τις διαχωριστικές της γραμμές από τη νεοφιλελεύθερη ελίτ, όπως και ένα νέο, πειστικό αφήγημα για τον 21ο  αιώνα. Δεν διαπιστώνω, ωστόσο, να υπάρχει σύγκλιση της ελληνικής εκδοχής της κεντροαριστεράς με αυτόν τον προβληματισμό των ευρωπαϊκών προοδευτικών δυνάμεων. Την ίδια, άλλωστε, διαπίστωση κάνουν και οι επικεφαλής των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, όταν αναφέρονται στην Ελλάδα. Άρα, η χρήση του όρου «κεντροαριστερά» θα πρέπει να απηχεί το πραγματικό του πολιτικό περιεχόμενο.

Στο πλαίσιο αυτό, για την Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ προέχει οι υπόλοιπες προοδευτικές δυνάμεις στην Ελλάδα να τοποθετηθούν με σαφήνεια απέναντι στο αίτημα για μια κοινωνική Ευρώπη και μια Ελλάδα, χωρίς επιτροπεία από τη μια και τον παραπληρωματικό τους ρόλο κοντά σε πολιτικές δυνάμεις που προκρίνουν σκληρές, νεοφιλελεύθερες πολιτικές λιτότητας. Συνεπώς, το ερώτημα αφορά τις άλλες προοδευτικές δυνάμεις και όχι τον ΣΥΡΙΖΑ. Η δική μας θέση και στάση είναι καθαρή, σταθερή και αφορά τη λαϊκή πλειοψηφία.

Close